Δήμος Χαλκιδέων

Χαλκίδα Γη

Πορτοκάλι

Το πορτοκάλι είναι φρούτο που καρπίζει από το δέντρο πορτοκαλιά. Είναι ένα από τα πιο γνωστά εσπεριδοειδή. Η πορτοκαλιά δεν αντέχει σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες, το πολύ μέχρι και 4 βαθμούς υπό το μηδέν για το λόγο αυτό καλλιεργείται σε τροπικές, υποτροπικές και εύκρατες περιοχές με ήπιο χειμώνα. Είναι μικρό δέντρο που φτάνει σε ύψος τα 8 μέτρα και σπάνια τα ξεπερνά. Ο κορμός της είναι λείος και ίσιος, οι ρίζες της πλούσιες, θυσανωτές που δεν φτάνουν όμως σε μεγάλο βάθος.

Η πορτοκαλιά ανθίζει μία φορά το χρόνο και η ανθοφορία της κρατάει 5-7 εβδομάδες. Το πορτοκάλι είναι πλούσιο σε βιταμίνη C. Περιέχει επίσης σάκχαρα, κάλιο, ασβέστιο, φώσφορο και βιταμίνη Α. Είναι ωφέλιμο για τη διατροφή του ανθρώπου και η θρεπτική του αξία είναι μεγάλη. Υπάρχουν 160 περίπου ποικιλίες πορτοκαλιάς, οι πιο σημαντικές που καλλιεργούνται στην Ελλάδα είναι: Βαλέντσια, Χίου, Άρτας, Σουλτανί του Φόδελε, Μέρλιν και Σαγκουίνι.      

Λεμόνι

Το λεμόνι είναι ο καρπός του υβριδικού δέντρου που ονομάζεται λεμονιά και ανήκει στην οικογένεια των Ρυτοειδών (=εσπεριδοειδών). Αποτελεί υβριδική καλλιέργεια γιατί προέρχεται από άγριες ποικιλίες όπως το κίτρο και το μανταρίνι και είναι άγνωστο πού και πότε έγινε αυτή η διασταύρωση. Ο καρπός αυτός χρησιμοποιείται κυρίως για τον χυμό του, παρόλο που χρησιμοποιούνται επίσης το πιο σαρκώδες μέρος του καρπού και ο φλοιός του, ιδιαίτερα στη μαγειρική.

Η λεμονιά μπορεί να μεγαλώσει μέχρι 6 μέτρα σε ύψος (20 πόδια), αλλά συνήθως είναι πιο κοντή. Φυτρώνει σε τροπικά και εύκρατα κλίματα και δεν αντέχει πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Αναπτύσσεται καλά σε γόνιμο, ξηρό χώμα. Οι λεμονιές χρειάζονται πολύ νερό, αλλά και να στεγνώνουν μεταξύ των ποτισμάτων. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες λεμονιών, όπως τα Εύρηκα, Λισαβόνας και Μέγερ.

Αμπέλι-Σταφύλι

Το σταφύλι είναι ο καρπός του αμπελιού. Το αμπέλι αλλιώς ονομάζεται και κλήμα, είναι αναρριχητικό φυτό και προϊόντα του ο μούστος, το κρασί, το ξύδι και οι σταφίδες, ενώ μπορεί να γίνει και γλυκό του κουταλιού. Είναι γνωστό ως καρπός από την αρχαιότητα και αναφέρεται για πρώτη φορά στη Βίβλο. Υπάρχουν διάφορες ποικιλίες, που καλλιεργούνται στις εύκρατες περιοχές της γης. Γενικότερα διαχωρίζονται με βάση το χρώμα του, λευκό, κόκκινο και μαύρο.

Το σταφύλι ιατρικά καταπολεμά την κατακράτηση των υγρών. Είναι πλούσιο σε κάλιο και βιταμίνες, έχει και αντιοξειδωτική αλλά και αντικαρκινική δράση, λόγω της ρεσβερατρόλης, που βρίσκεται στη φλούδα του. Στην Ελλάδα, σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, η πρώτη καλλιέργεια αμπελιού έγινε στην Κρήτη, ενώ για κάποιους άλλους στη Θράκη και χρονολογούνται γύρω στο 1.000 π.Χ. Ο Όμηρος αναφέρεται στο αμπέλι και το κρασί με τις ονομασίες οίνη, Οινόη, οινιάδα και άλλα. Στη συνέχεια οι Έλληνες και οι Φοίνικες μετέφεραν αμπέλια στην Ιταλική χερσόνησο και η Σικελία έγινε κέντρο παραγωγής σταφυλιών.

Ελιά

Η ελιά ή ελαιόδεντρο είναι γένος καρποφόρων δέντρων της οικογένειας των Ελαιοειδών. Ο καρπός του ονομάζεται επίσης ελιά και από αυτόν παράγεται το ελαιόλαδο. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική παράδοση, πατρίδα της ελιάς είναι η Αθήνα και η πρώτη ελιά φυτεύτηκε από την Αθηνά στην Ακρόπολη. Οι Έλληνες ήταν ο πρώτος λαός που καλλιέργησε την ελιά στον ευρωπαϊκό μεσογειακό χώρο. Η ελιά ευδοκιμεί σε κλίματα εύκρατα χωρίς ακρότητες θερμοκρασίας και υγρασίας, για αυτό είναι ευρύτατα διαδεδομένη στη μεσογειακή ζώνη. Ιδιαίτερα κατάλληλες περιοχές για την καλλιέργειά της είναι οι παραθαλάσσιες.

Ο καρπός της ελιάς ωριμάζει στα μέσα προς τέλη του φθινοπώρου, οπότε και ξεκινάει η συγκομιδή, ή το λιομάζωμα, το οποίο αποτελεί εδώ και αιώνες σημαντική αγροτική δραστηριότητα σε πολλές περιοχές της Μεσογείου. Ο καρπός της ελιάς είναι θαυμάσια πηγή μονοακόρεστων λιπαρών οξέων. Η ελιά παρέχει φυτικές ίνες και μέταλλα στον οργανισμό και είναι πηγή της βιταμίνης Ε, που είναι φυσικό αντιοξειδωτικό και καταπολεμά την οστεοπόρωση. Η ελιά, τέλος, ειδικότερα στην Ελλάδα, κατέχει σημαντικό συμβολικό χαρακτήρα και τιμητική θέση σε πολλές δραστηριότητες της ζωής των κατοίκων, όπως στον αθλητισμό, στην τέχνη, στον πολιτισμό και την εκπαίδευση.

Βερίκοκο

Το βερίκοκο είναι ο καρπός της βερικοκιάς της οικογενείας των ροδιδών. Η βερικοκιά είναι οπωροφόρο, μακρόβιο, φυλλοβόλο δέντρο. Για την καλλιέργεια της τα πιο κατάλληλα εδάφη είναι αυτά με μία μέση σύσταση και λεπτή υφή. Όταν υπάρχει δυνατό και ξαφνικό κρύο ή παγετός τότε οι ανθοί καταστρέφονται, αν και τα δέντρα είναι ανθεκτικά και σε πολύ χαμηλές θερμοκρασίες. Υψηλές θερμοκρασίες επίσης προκαλούν αλλοιώσεις στον καρπό.

Τα δέντρα χρειάζονται καλό πότισμα την περίοδο της ανθοφορίας τους. Κάτω από καλές συνθήκες μία βερικοκιά μπορεί να ζήσει και πάνω από 100 χρόνια. Το βερίκοκο είναι πλούσιο σε βιταμίνη Α. Επίσης περιέχει βιταμίνες C, Β1, Β2, φυσικό σάκχαρο και είναι πλούσιο σε φυτικές ίνες. Το βερίκοκο καταναλώνεται νωπό ως φρούτο. Επίσης μπορεί να καταναλωθεί και αποξηραμένο, γίνεται μαρμελάδα, κομπόστα, χρησιμοποιείται στη ζαχαροπλαστική και γίνεται λικέρ και χυμός.

Σιτάρι

Το σιτάρι, είναι ένα φυτό που καλλιεργείται σε όλο τον κόσμο. Είναι το δεύτερο παγκοσμίως σε συγκομιδή δημητριακό, μετά τον αραβόσιτο, με τρίτο το ρύζι. Ο καρπός του σίτου είναι μια βασική τροφή, που χρησιμοποιείται στην παρασκευή αλευριού, ζωοτροφών και ως πρώτη ύλη στην παρασκευή αλκοολούχων ποτών και καυσίμων. Ο φλοιός του μπορεί να αποσπαστεί από τον καρπό και να αλεστεί, δίνοντας το λεγόμενο πίτουρο. Ο σίτος καλλιεργείται επίσης για τη βοσκή των ζώων, καθώς και για το άχυρο, τον κορμό του φυτού, που χρησιμοποιείται ως ζωοτροφή ή υλικό κατασκευών.

Τα σιτηρά είναι από τα πρώτα φυτά τα οποία καλλιέργησε ο άνθρωπος. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι οι αρχαίοι πολιτισμοί ήκμασαν σε περιοχές όπου καλλιεργούνταν κάποιο σιτηρό, λόγω της μεγάλης τους προσαρμοστικότητας σε διαφορετικές συνθήκες περιβάλλοντος. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται δύο είδη. Το Τriticum durum ή σκληρό σιτάρι που χρησιμοποιείται στη μακαρονοποιία και το Triticum aestivum ή μαλακό σιτάρι που χρησιμοποιείται για την παρασκευή ψωμιού.

Παντζάρι

Το παντζάρι ή κοκκινογούλι, είναι φυτό της οικογένειας Αμαρανθοειδή, η οποία παλιότερα ήταν γνωστή ως Χηνοποδιοειδή. Είναι μονοετές ή διετές φυτό του οποίου η ρίζα είναι εδώδιμη. Υπάρχουν πολλές καλλιεργήσιμες ποικιλίες, όπως το σέσκουλο, μια φυλλώδης ποικιλία παντζαριού, και το ζαχαρότευτλο, της οποίας η ρίζα έχει υψηλή συγκέντρωση σε σάκχαρα. Το φυτό φτάνει σε ύψος το 1,5 μέτρο. Έχει μικρά ερμαφρόδιτα άνθη και η επικονίασή του γίνεται από τον αέρα. Το φυτό προτιμά καλά στραγγιζόμενα εδάφη. Τα φύλλα του έχουν σχήμα καρδιάς και έχουν μήκος 5 με 20 εκατοστά.

Τα παντζάρια είναι πλούσια σε υδατάνθρακες, νιτρικά άλατα, μαγνήσιο, σίδηρο, κάλιο, νάτριο, βιταμίνη C και φολικό οξύ. Σύμφωνα με έρευνα του πανεπιστήμιου του Έξετερ, τα παντζάρια βελτιώνουν την αντοχή κατά 16% και ο χυμός τους βοηθάει στη μείωση της αρτηριακής πίεσης. Το μαγνήσιο που περιέχουν βοηθάει την απορρόφηση του ασβεστίου.

Πατάτα

Η πατάτα γνωστή και ως "γεώμηλο", είναι φυτό που ανήκει στην οικογένεια των Σολανιδών. Καλλιεργείται για τους εδώδιμους κονδύλους της, οι οποίοι είναι πλούσιοι σε άμυλο και αποτελούν τροφή μεγάλης θρεπτικής αξίας. Είναι ευρύτατα διαδεδομένη στην Ελλάδα και αποτελεί τμήμα της βασικής διατροφής του πληθυσμού. Η παραγωγή πατάτας ήταν πολύ σημαντική, ιδιαίτερα στα δύσκολα χρόνια των Παγκοσμίων πολέμων, αφού έθρεψε και κράτησε ζωντανούς πολλούς ανθρώπους. Ευδοκιμεί καλύτερα σε δροσερό, υγρό κλίμα.

Ο Γεώργιος Αντωνόπουλος είναι ο πρώτος, πριν από τον Καποδίστρια, ο οποίος εισήγαγε την πατάτα στα όρια του Ελληνικού κράτους. Το 1825 ενημερώνει το Βουλευτικό Σώμα της Επαναστατικής Κυβερνήσεως εξυμνώντας τα οφέλη της καλλιέργειας του νέου φυτού και ενημερώνει πως ο ίδιος την καλλιεργεί στο Ναύπλιο, ενώ έχει προμηθεύσει σπόρους τους κατοίκους του Άργους και τον φρούραρχο του Ακροκορίνθου. Στο νέο ελληνικό κράτος η πατάτα εισήχθη ως καλλιέργεια και τροφή χάρη στο τεράστιο ενδιαφέρον του κυβερνήτη Καποδίστρια για τον εκσυγχρονισμό της γεωργίας.

Ο πρώτος και πιο σημαντικός όρος για την επιτυχία της πατατοκαλλιέργειας είναι η εκλογή των κατάλληλων πατατών για την σπορά. Ως σπόρος της πατάτας για την γεωργική καλλιέργεια, χρησιμοποιούνται στη πράξη οι κόνδυλοι, δηλαδή η πατάτα, η οποία είναι ένα κομμάτι του κορμού (ένα μόσχευμα στη γλώσσα των κηπουρών) από υγιείς και εκλεκτές ποικιλίες.

Καρότο

Το καρότο είναι φυτό μονοετές ή διετές και ανήκει στο γένος Δαύκος της οικογένειας των Σελινοειδών. Προέρχεται από το Αφγανιστάν και τις γύρω περιοχές, ενώ ήταν γνωστό φαρμακευτικό φυτό στην Αρχαία Ελλάδα με το όνομα Σταφλίνος. Στην Ευρώπη η καλλιέργεια του ξεκίνησε το 13ο αιώνα και ήταν χρώματος μοβ, εξαιτίας κάποιων χρωστικών που περιείχε.

Καλλιεργείται για τη σαρκώδη ρίζα του σε όλες τις Εύκρατες περιοχές, κυρίως το χειμώνα με ιδανική θερμοκρασία τους 15–18 βαθμούς. Προτιμά τα εδάφη με άφθονη υγρασία και καλά στραγγιζόμενα. Το καρότο τρώγεται ωμό είτε σκέτο, είτε σε σαλάτες (κυρίως συνοδεύοντας το λάχανο), ή σαν τουρσί ή μαγειρεμένο (θεωρείται βασικό συστατικό στη φασολάδα, ενώ ταιριάζει πολύ καλά και με τον αρακά). Είναι μία εξαιρετική τροφή για τον οργανισμό αφού είναι πλούσιο σε βιταμίνη Α και έχει αρκετή ποσότητα από βιταμίνες Β1, Β2 καθώς και νιασίνη.

Σκόρδο

Το Σκόρδο είναι μονοετές ή και πολυετές, ποώδες φυτό το οποίο ανήκει στο γένος Άλλιο και στην οικογένεια των Λειριοειδών ή Υακινθοειδών. Η καταγωγή του είναι από τις περιοχές της κεντρικής και ανατολικής Ασίας. Χρησιμοποιείται από την αρχαιότητα ως άρτυμα στην παρασκευή φαγητών, και για τις φαρμακευτικές του ιδιότητες. Στην Ελλάδα καλλιεργείται από τα αρχαία χρόνια και το περιγράφουν ο Ηρόδοτος και ο Αριστοφάνης.

Η φύτευση του σκόρδου για το ελληνικό κλίμα γίνεται από το φθινόπωρο τον Οκτώβριο ή την άνοιξη για τα νωπά σκόρδα μέχρι το Φεβρουάριο για τα ξερά. Ο βολβός δημιουργείται κατά την Άνοιξη όταν και οι μέρες είναι μεγαλύτερες. Το σκόρδο ανθίζει κατά τους καλοκαιρινούς μήνες και το ύψος του κυμαίνεται από 30-50 πλέον πόντους. Η συγκομιδή γίνεται κατά τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο. Στα αρχαία χρόνια το είχαν ως φυλακτό ενάντια στα κακά δαιμόνια και τους βρικόλακες καθώς και κατά του ματιάσματος. Είναι πλούσιο σε βιταμίνες Β1, Β2, Β3 και περιέχει ασβέστιο, σίδηρο, φώσφορο, σελήνιο, θειάφι και αλλά στοιχεία χρήσιμα για το οργανισμό, όπως λευκωματούχες ουσίες, λιπαρές, αμυλώδες, κυτταρίνη, τεφρά. Στην κατανάλωσή του πρέπει να υπάρχει μέτρο γιατί η υπερβολική χρήση προκαλεί πολλές ανεπιθύμητες παρενέργειες στον οργανισμό.

Κρεμμύδι


Το κρεμμύδι είναι φυτό, γνωστό και με τα ονόματα κρόμμυον ή Άλλιον το κοινό. Το κρεμμύδι είναι λαχανικό με επιστημονική ονομασία Άλλιο το κρόμμυο και πιθανή προέλευση από τη νοτιοανατολική Ασία. Τα φύλλα αλλά και ο βολβός του τρώγονται, έχοντας χαρακτηριστική καυτερή γεύση και άρωμα, που μετριάζεται αν το κρεμμύδι μαγειρευτεί.

Είναι γνωστό εδώ και χιλιάδες χρόνια, καθώς θεωρούνταν -όχι άδικα- δυναμωτικό αλλά και με ιαματικές ιδιότητες, ενώ η εύκολη καλλιέργειά του και η μεγάλη διάρκεια ζωής σε αποθήκευση βοήθησαν στη διάδοσή του. Χρησιμοποιείται ωμό αλλά και ως γευστική προσθήκη σε πάρα πολλά πιάτα της ελληνικής αλλά και διεθνούς κουζίνας.

Το χρησιμοποιούμε καθημερινά σαν υλικό μαγειρικής αλλά οι περισσότεροι από μας δεν γνωρίζουν πόσο σημαντική είναι η διατροφική του αξία. Από κλινικές έρευνες σε διαβητικούς διαπιστώθηκε ότι οι θειούχες ενώσεις που περιέχοντα ι στο κρεμμύδι έχουν την ικανότητα να μειώνουν τα επίπεδα σακχάρου νηστείας, να βελτιώνουν την ανοχή στη γλυκόζη αίματος, να μειώνουν την ολική χοληστερίνη και τα τριγλυκερίδια, καθώς και να αυξάνουν τα επίπεδα της καλής χοληστερίνης στο αίμα. Επίσης, η κατανάλωση κρεμμυδιού βοηθά στην πρόληψη της οστεοπόρωσης. Τέλος, το κρεμμύδι, και κυρίως ο χυμός του, αποτελεί μοναδικό γιατροσόφι κατά του βήχα και της βρογχίτιδας.

Πεπόνι

Η πεπονιά είναι αγγειόσπερμο δικότυλο φυτό, το οποίο ανήκει στην οικογένεια των Κολοκυνθοειδών. Συγγενικό φυτό με την κολοκυθιά, την αγγουριά και την καρπουζιά. Καλλιεργείται σε θερμές περιοχές της γης για τον νόστιμο καρπό της το πεπόνι. Είναι αναρριχώμενο ή έρπον φυτό με καταγωγή από την Ασία, οι βλαστοί του είναι τριχωτοί, μαλακοί και σχηματίζουν γωνίες.

Τα φύλλα της πεπονιάς είναι μεγάλα σχήματος νεφρού ή στρογγυλά και εναλλάσσονται. Τα άνθη της έχουν χρώμα κίτρινο και φύονται στις μασχάλες των φύλλων. Η καλλιέργεια της πεπονιάς απαιτεί ζέστη, και εδαφική υγρασία. Ευδοκιμεί σε όλους τους τύπους των εδαφών αλλά είναι απαιτητικό φυτό γι αυτό χρειάζεται λίπανση με κοπριά ή χλωρού τύπου και σε διάφορες περιπτώσεις και λίπασμα. Στην Ελλάδα έχουμε αρκετές ποικιλίες πεπονιάς, ενώ τα παραγόμενα πεπόνια είναι από τα πιο νόστιμα στον κόσμο. Οι πιο γνωστές είναι: οι Μπανάνες, οι Αργείτικες, τα Κρεμαστά Χειμωνιάτικα και τα Κουνέλια.

Καρπούζι

Το καρπούζι είναι ένα φρούτο το οποίο προέρχεται από τη νότια Αφρική. Οι ποικιλίες που καταναλώνονται σήμερα μπορούν να φτάσουν σε βάρος αρκετά κιλά. Το καρπούζι εμφανίζεται σε ιερογλυφικά της Αρχαίας Αιγύπτου. Τον 10ο αιώνα μ.Χ. καλλιεργείται στην Κίνα και τον 13ο αιώνα εμφανίζεται στην Ευρώπη. Η ελληνική λέξη για τον καρπό είναι «υδροπέπων».

Ένα καρπούζι περιέχει ζάχαρη σε ποσοστό γύρω στο 6% και νερό κατά 91% ανά βάρος. Όπως και πολλά άλλα φρούτα, περιέχει βιταμίνη C. Τα καρπούζια περιέχουν μεγάλο ποσοστό κιτρουλίνης και έπειτα από την κατανάλωση αρκετών χιλιογράμμων, υψηλή συγκέντρωση μετριέται στο πλάσμα του αίματος. Αυτή μπορεί εσφαλμένα να αποδοθεί σε κιτρουλιναιμία ή σε άλλες διαταραχές του κύκλου της ουρίας. Είναι ελαφρώς διουρητικό και περιέχει καροτινοειδή σε μεγάλες ποσότητες. Το καρπούζι με κόκκινη σάρκα είναι σημαντική πηγή σε λυκοπένιο. Τελευταίες έρευνες δείχνουν ότι η κατανάλωση καρπουζιού μπορεί να έχει αποτελέσματα εναντίον της υπέρτασης.

Μπάμια

Η μπάμια είναι αγγειόσπερμο , ποώδες, ετήσιο φυτό, ανήκει δε στο γένος Ιβίσκος και στην οικογένεια των Μαλαχοειδών. Η επίσημη ονομασία του είδους είναι Hibiscus esculentus (Ιβίσκος ο εδώδιμος). Η καταγωγή της είναι από την Αφρική και σήμερα καλλιεργείται σε όλες τις τροπικές και εύκρατες περιοχές για τον ομώνυμο καρπό της.

Ο βλαστός της φτάνει τα δύο μέτρα ύψος, τα φύλλα της είναι σε σχήμα καρδιάς, με μακριούς μίσχους και έχουν 3-5 λοβούς. Τα άνθη της έχουν κίτρινο χρώμα, ενώ το κέντρο τους είναι σκούρο κόκκινο. Υπάρχουν δύο τύποι καλλιέργειας της μπάμιας, η ποτιστική και η ξερική. Η μπάμια δεν αντέχει το ψύχος. Ευδοκιμεί σε καλοδουλεμένα δροσερά εδάφη. Ο πολλαπλασιασμός της γίνεται με σπορά και στην Ελλάδα σπέρνεται μέσα Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Η συγκομιδή γίνεται δυο μήνες αργότερα και συνεχίζεται μέχρι και το μήνα Αύγουστο. Στην Ελλάδα καλλιεργούνται 27.000 στρέμματα περίπου και η ετήσια παραγωγή φτάνει τους 25.000 τόνους. Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής καταναλώνεται εγχώρια.

Φασολάκια

Η φασολιά είναι ποώδες και δικοτυλήδονο φυτό. Κατάγεται από τη Νότια Αμερική και απαντά σε αρκετές ποικιλίες. Είναι ιδιαίτερα ευαίσθητο στο κρύο και καταστρέφεται εύκολα σε θερμοκρασίες κάτω του μηδενός. Προσβάλλεται από μύκητες, ιούς και βακτήρια, όπως επίσης και από ζωικά παράσιτα (μελίγκρα, βρούχος). Ευδοκιμεί σε όλα τα εδάφη, τα οποία πρέπει να λιπαίνονται με λιπάσματα φωσφόρου και καλίου. Η σπορά γίνεται την εαρινή περίοδο. Προτού γίνει η σπορά τα σπέρματα βρέχονται για 24 ώρες, ώστε να φυτρώσουν πιο εύκολα. Η απόδοση ανά στρέμμα σε χλωρά φασόλια είναι 800-1.600 κιλά.

Η θρεπτική αξία του καρπού της φασολιάς διαφαίνεται και από την έκφραση «κρέας του φτωχού», που χρησιμοποιείται γι’ αυτόν. Η περιεκτικότητα των χλωρών φασολιών σε νερό είναι 90% και επιπλέον έχουν βιταμίνες Α, Β και C. Οι περισσότερες από τις ποικιλίες του φυτού προέρχονται από υβρίδια. Ωστόσο, όλες μπορούν να καταταχθούν σε δύο ομάδες, τις νάνες (μη αναρριχώμενες, όπως τα άσπρα και κίτρινα φασόλια και τα φασόλια Καρατζόβας) και τις αναρριχώμενες (όπως τα τσαουλιά, τους ελέφαντες, τα μπαρμπούνια κ.ά.). Εκτός από τις προαναφερθείσες ποικιλίες, λοιπά είδη φασολιάς είναι: Βίγνα η ονυχωτή – συγγενικό φυτό, που παράγει τα μαυρομάτικα φασόλια ή γυφτοφάσουλα ή αμπελοφάσουλα ή αραποφάσουλα, Φασίολος ο κόκκινος και Φασίολος ο μούγκο.

Ντομάτα

Η τομάτα, αλλιώς και ντομάτα είναι ένα φυτό της οικογένειας των Σολανίδες, ιθαγενές της Κεντρικής και Νοτίου Αμερικής, από το Μεξικό μέχρι το Περού. Ζει μόνο μερικά χρόνια και συνήθως καλλιεργείται ως μονοετές φυτό. Τυπικά φτάνει τα 3-3 μ. ύψος, αλλά δεν έχει αρκετά ανθεκτικό βλαστό και στηρίζεται σε άλλα φυτά. Υπάρχουν ντομάτες θερμοκηπίου (αναρριχώμενες) και υπαίθριες τομάτες (ημιαναρριχώμενες και αυτοκλαδευόμενες).

Η λέξη τομάτα προέρχεται από τη λέξη τόματλ της γλώσσας Νάουατλ. Από βοτανικής άποψης η ντομάτα είναι φρούτο. Όμως με βάση μια δικαστική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών το 1893, η ντομάτα προκηρύχθηκε ως λαχανικό. Η τομάτα καλλιεργείται τώρα σε όλο τον κόσμο και προτιμάται από πολλούς για σαλάτα, αλλά και για σάλτσες. Ο ετήσιος τζίρος παραγωγής τομάτας εκτιμάται σε 30 με 40 δισεκατομμύρια δολάρια παγκοσμίως. Ένας άγνωστος, στην Ελλάδα τουλάχιστο, τρόπος παρασκευής σαλτσών έγινε γνωστός με το κινηματογραφικό έργο Πράσινες Τηγανητές Ντομάτες.

Αγγούρι

Το αγγούρι είναι καρπός φυτού της ίδιας οικογένειας (Κολοκυνθοειδή) με τα φυτά που παράγουν το πεπόνι, το καρπούζι και το κολοκύθι. Είναι καρπός του ετήσιου φυτού της αγγουριάς που έρπει και αναρριχάται. Η προέλευση του είναι από την Ινδία όπου το καλλιεργούσαν πριν από 3.000 χρόνια. Επίσης ήταν γνωστό και στην Αρχαία Ελλάδα αλλά και στους Ρωμαίους. Στη συνέχεια διαδόθηκε και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Τρώγεται είτε σκέτο, είτε σε σαλάτες είναι δε το κύριο συστατικό στη χωριάτικη σαλάτα και στο τζατζίκι. Επίσης χρησιμοποιείται σε διάφορες κρέμες ομορφιάς. Έχει λίγες βιταμίνες, κυρίως C, B1, B2 ενώ βιταμίνη Α υπάρχει στο φλοιό. Η αγγουριά καλλιεργείται το καλοκαίρι στην ύπαιθρο και τον υπόλοιπο χρόνο σε θερμοκήπια, γιατί είναι ευαίσθητη στο κρύο. Η υψηλή θερμοκρασία και η υγρασία ευνοούν την ανάπτυξη της.

Πιπεριά

Η πιπεριά είναι αγγειόσπερμο, δικότυλο, ποώδες και θαμνώδες φυτό του γένους Καψικόν. Ανήκει στην τάξη Στρυχνώδη της οικογένειας Στρυχνοειδών. Η πιπεριά υπάρχει σε 50 περίπου είδη ανά τον κόσμο, άλλοτε με γλυκούς και άλλοτε με καυτερούς καρπούς.

Οι γλυκείς καρποί είναι μεγαλύτεροι από τους καυτερούς, αυλακωτοί και διογκωμένοι. Μαζεύονται 60–80 μέρες μετά από τη μεταφύτευση του φυταρίου από το φυτώριο και όταν έχουν ζωηρό πράσινο χρώμα, πριν ωριμάσουν. Πλούσιοι σε βιταμίνη C και βιταμίνη Α, τρώγονται σε σαλάτες ή μαγειρεμένοι. Αποτελούν ένα από τα κύρια υλικά της Ελληνικής κουζίνας, καθώς χρησιμοποιούνται στη χωριάτικη σαλάτα, στα γεμιστά, αλλά και ως συμπλήρωμα σε σάλτσες κ.λ.π.

Οι καυτεροί καρποί χρησιμοποιούνται ψητοί ως ορεκτικό ή γίνονται σκόνη και χρησιμοποιούνται ως μπαχαρικό. Η καυστικότητα των καρπών οφείλεται σε μία ουσία, την καψαϊκίνη, ένα αλκαλοειδές που βρίσκεται στο εσωτερικό τους. Γνωστότερα από τα μπαχαρικά που παράγονται από την καυτερή πιπεριά είναι το τσίλι και το καγιέν, από ξηραμένους καρπούς των ποικιλιών Frutescens και Annum, και η καυτερή σάλτσα Ταμπάσκο. Η γλυκιά πάπρικα προέρχεται από μία ποικιλία με ιδιαίτερο άρωμα αλλά μη καυτερή. Στην Ελλάδα η πιπεριά καλλιεργείται σε όλη σχεδόν τη χώρα σε λαχανόκηπους και θερμοκήπια.

Κουνουπίδι

Το κουνουπίδι είναι φυτό ποώδες, μονοετές ή διετές και ανήκει στην οικογένεια των σταυρανθών και στο γένος Βράσσικα. Κατάγεται από τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου ενώ αναφορές υπάρχουν και στην Αρχαία Ελλάδα και Αίγυπτο.

Στην Ελλάδα το κουνουπίδι καλλιεργείται τη χειμερινή περίοδο κυρίως στην Εύβοια, Αττική, Μεσσηνία, Κέρκυρα και Αρκαδία και είναι διετές. Η καλλιέργεια του καλύπτει περίπου 30,000 στρέμματα με παραγωγή πάνω από 36,000 τόνους ετησίως.

Είναι ευαίσθητο στις υψηλές θερμοκρασίες και στις πολλές βροχές. Μία μέση θερμοκρασία 10-12 βαθμούς είναι κατάλληλη για την ανάπτυξη του. Μπορεί να καλλιεργηθεί στα περισσότερα εδάφη αρκεί να υπάρχει η κατάλληλη ύδρευση. Το κουνουπίδι τρώγεται μαγειρεμένο ή διατηρημένο σε ξύδι (τουρσί) και θεωρητικά αποδίδει λίγες θερμίδες. Έρευνες υποστηρίζουν ότι η μέτρηση θερμίδων δεν είναι δυνατόν να γίνει με ακρίβεια. Μπορεί να μαγειρευτεί είτε νερόβραστο, οπότε τρώγεται με την προσθήκη λεμονιού ή/και λαδιού, είτε με την προσθήκη ντομάτας, κρεμμυδιού και μπαχαρικών, κυρίως γαρύφαλλου και μπαχαριού.

Μπρόκολο

Το μπρόκολο είναι ετήσιο φυτό της οικογένειας των Κραμβοειδών του γένους Κράμβη. Είναι ένα είδος λάχανου και προήλθε από το άγριο λάχανο μετά από συνεχείς καλλιέργειες που είχαν βάση την εξέλιξη των ταξιανθιών. Η καταγωγή του είναι από την Ιταλία εξ ου και η επιστημονική του ονομασία Κράμβη η λαχανώδης ποικιλία η ιταλική.

Είναι ένα γρήγορα αναπτυσσόμενο φυτό ύψους 50-90 εκατοστών και φέρει πυκνές ταξιανθίες στο άκρο του κεντρικού άξονα και των κλαδιών. Υπάρχουν πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνται στις Εύκρατες και ψυχρές περιοχές αφού το μπρόκολο είναι ανθεκτικό στις χαμηλές θερμοκρασίες. Το μπρόκολο ανήκει στα πλέον πλούσια σε τροφικά συστατικά λαχανικά και είναι πλούσιο, ανάμεσα σε άλλα, σε αντιοξειδωτικά και το καροτινοειδές λουτεΐνη. Μεταξύ των αντιοξειδωτικών έχει ανιχνευθεί η σουλφοραφάνη που σε πολλές μελέτες έχει αποδειχθεί πως έχει δράση αντικαρκινική.

Τζάνερο-Κορόμηλο

Το κορόμηλο ή τζάνερο ή ρίκι είναι ο καρπός της κορομηλιάς. Έχει χρώμα κόκκινο, κιτρινωπό ή πράσινο ανάλογα με την ποικιλία. Η γεύση του κορόμηλου είναι γλυκιά και αρωματική και διαφέρει ελάχιστα από ποικιλία σε ποικιλία.

Υπάρχουν αρκετές ποικιλίες κορόμηλων: Η μπουρνέλα είναι ο μεγαλύτερος σε μέγεθος καρπός και θεωρείται ο πιο εύγευστος. Γίνεται και λικέρ στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είναι γνωστό με την ονομασία σλίβοβιτς. Τα πράσινα κορόμηλα έχουν αρωματική νόστιμη γλυκόξινη γεύση. Τα κίτρινα είναι τα μικρότερα του είδους και τα πιο γλυκά. Τα κορόμηλα τρώγονται νωπά ως φρούτο, γίνονται μαρμελάδες και ζελέδες. Είναι πλούσια σε βιταμίνη C και περιέχουν ακόμα βιταμίνη Α και νικοτινικό οξύ.

Θερμοκήπιο

Το θερμοκήπιο είναι στεγασμένος και περιφραγμένος χώρος, που σκοπό του έχει να προφυλάξει τα φυτά από το κρύο του χειμώνα. Τα θερμοκήπια μπορεί να είναι κατασκευασμένα πάνω σε μόνιμους σιδερένιους σκελετούς από γυαλί ή μπορεί να είναι από πλαστικό, που στηρίζεται πάνω σε ξύλινο σκελετό. Η κατασκευή των θερμοκηπίων εξαρτάται από τις κλιματολογικές συνθήκες, που επικρατούν τους χειμωνιάτικους μήνες σε μια περιοχή και από το είδος των φυτών που πρόκειται να καλλιεργηθούν.

Tα θερμοκήπια καλλιεργούν φυτά κατά τη διάρκεια του χειμώνα, που δεν είναι δυνατό να ευδοκιμήσουν στον ανοιχτό χώρο. όλο το χρόνο στην Ελλάδα παράγονται προϊόντα τέτοια όπως π.χ. ντομάτες, μελιτζάνες, κολοκύθια κλπ. , που καλύπτουν τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς, ενώ ένα μεγάλο μέρος προορίζεται για εξαγωγή. Ακόμη στα θερμοκήπια καλλιεργούνται και λουλούδια τέτοια που ευδοκιμούν μόνο το καλοκαίρι ή λουλούδια των τροπικών χωρών που σε διαφορετικές περιπτώσεις θα ήταν αδύνατη η καλλιέργειά τους. Τέτοια λουλούδια είναι π.χ. οι ορχιδέες.

Τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ένας άλλος τύπος θερμοκηπίων, τα λεγόμενα χημικά θερμοκήπια. Αυτά δεν είναι τίποτε περισσότερο από χημική ουσία που μοιάζει με αφρό, με την οποία ραντίζουν τα φυτά σε πολύ μεγάλες εκτάσεις. Η χημική ουσία καλύπτει τελείως τα φυτά και τα προστατεύει από το κρύο.

Κοτόπουλο

Η Όρνιθα, ή κοινώς κότα, (αρσενικό: πετεινός ή κόκκορας, ουδέτερο: το κοτόπουλο) είναι ένα εξημερωμένο πτηνό. Είναι ένα από τα πιο κοινά και διαδεδομένα οικόσιτα ζώα, αφού υπολογίζεται ότι το 2003 υπήρχαν γύρω στα 24 δισεκατομμύρια εκπρόσωποι του είδους. Ο άνθρωπος εκτρέφει τις κότες κυρίως ως πηγή τροφίμων, για το κρέας τους και τα αυγά τους.

Οι Όρνιθες θεωρούνται παμφάγα πτηνά. Σε ελεύθερο περιβάλλον, σκάβουν στο χώμα για αναζήτηση σπόρων, εντόμων και ακόμα μεγαλύτερων ζώων όπως οι σαύρες και μικρά ποντίκια. Ελεύθερες στη φύση μπορούν να ζήσουν για πέντε έως ένδεκα έτη, ανάλογα με το είδος. Σε εμπορική εντατική αναπαραγωγή κρέατος, ένα κοτόπουλο ζει γενικά μόνο για έξι εβδομάδες πριν να σφαγεί. Το κοτόπουλο κατανάλωσης κρέατος βιολογικής εκτροφής θα θανατωθεί συνήθως σε περίπου 14 εβδομάδες. Οι κότες ορνιθοτροφείου μπορούν να παραγάγουν τουλάχιστον 300 αυγά ετησίως. Μετά από 12 μήνες, οι κότες αυγοπαραγωγής χάνουν σταδιακά την απόδοσή τους και θανατώνονται προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σαν τροφή κατοικίδιων ζώων, για πίτες και άλλα επεξεργασμένα τρόφιμα.

Κατσίκα

Η οικόσιτη κατσίκα, γίδα ή αίγα, είναι υποείδος της εξημερωμένης κατσίκας και κατάγεται από την άγρια κατσίκα της Νοτιοδυτικής Ασίας και της Ανατολικής Ευρώπης. Πρόκειται για ζώο μηρυκαστικό, της οικογένειας των βοοειδών και της τάξης των αρτιοδάχτυλων. Μαζί με το πρόβατο θεωρείται από τα πρώτα ζώα που εξημερώθηκαν από τους ανθρώπους. Εκτρέφονται για το γάλα, το κρέας και για το τρίχωμά τους. Τον τελευταίο αιώνα έγιναν δημοφιλή ζώα και ως κατοικίδια. Εχθροί της είναι τα σαρκοφάγα ζώα και τα αρπακτικά πουλιά. Η ευκολία στην απόκτηση και στη συντήρησή της, έκανε πολλούς να τη χαρακτηρίσουν «αγελάδα του φτωχού».

Σε ορισμένα κλίματα, οι κατσίκες μπορούν να ζευγαρώνουν οποιαδήποτε ημέρα του χρόνου. Γενικά, το ζευγάρωμα γίνεται περίπου μέσα στο Σεπτέμβριο και η κύηση διαρκεί 148 ημέρες. Συνήθως γεννούν ένα κατσίκι ή δίδυμα, τα οποία τα θηλάζουν. Συχνά οι εκτροφείς των αιγών κάνουν και τεχνητή γονιμοποίηση, για να διασταυρώσουν ράτσες. Χαρακτηριστικό είναι ότι οι κατσίκες αναφέρονται πολύ συχνά στη Βίβλο. Το εν λόγω ζώο θεωρείται αγνό και το έσφαζαν προς τιμήν κάποιου επίσημου καλεσμένου κατά τα εβραϊκά έθιμα. Πολλές φορές ένας ηγέτης ή Βασιλιάς συγκρινόταν με τον τράγο που είναι επικεφαλής του κοπαδιού. Στην Καινή Διαθήκη ο Ιησούς Χριστός είπε την παραβολή του Προβάτου και των Κατσικιών (Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο, 25).

Χοίρος

Ο χοίρος (κοινώς γουρούνι) είναι οικόσιτο θηλαστικό ζώο που ανήκει στο γένος συς, στην οικογένεια συίδες και στην τάξη αρτιοδάκτυλα. Είναι ζώο παμφάγο και πολύ γόνιμο. Απαντάται σε όλα τα μέρη της γης και εκτρέφεται κυρίως για το κρέας του. Είναι γνωστό από τα αρχαιότατα χρόνια και πιστεύεται ότι ο κατοικίδιος χοίρος προέρχεται από τον αγριόχοιρο, τον οποίο εξημέρωσαν οι πρόγονοί μας κατά την παλαιολιθική εποχή.

Ο χοίρος προσαρμόζεται σε όλες τις συνθήκες, ωστόσο αναπτύσσεται καλύτερα σε ψυχρά κλίματα. Είναι αδηφάγο ζώο και τρώει από όλες τις τροφές. Η απόδοσή τους σε κρέας και λίπος φτάνει άνετα το 70% του βάρους του σώματός του στις κοινές φυλές και ξεπερνά το 85% στις βελτιωμένες. Οι χοίροι θεωρούνται γενικά σύμβολα ακαθαρσίας, στην πραγματικότητα όμως ο μόνος υπεύθυνος για την ακαθαρσία των γουρουνιών είναι ο ίδιος ο άνθρωπος. Αυτό σημαίνει ότι όταν δεν τηρούνται οι κανόνες υγιεινής, τότε οι χοίροι προσβάλλονται από ασθένειες και παράσιτα, τα οποία στη συνέχεια μεταδίδονται και στον άνθρωπο.

Σαλιγκάρι

Το σαλιγκάρι είναι γαστερόποδο πνευμονοφόρο μαλάκιο που το σώμα του προφυλάσσεται από ένα περιελιγμένο όστρακο. Χαρακτηριστικότερο είδος είναι ο Κοχλίας ο πωματίας κοινώς σαλιγκάρι, σάλιαγκας, χοχλιός. Τρέφεται με φυτικές ύλες (χορτάρι, βλαστάρια) τις οποίες αποσπά από το υπόστρωμα χρησιμοποιώντας την γλώσσα του (που φέρει κερατώδεις σχηματισμούς σαν δόντια) ενώ κινείται αργά αφήνοντας ίχνη βλέννας και εμφανίζεται κυρίως τις βροχερές μέρες.

Τα σαλιγκάρια δραστηριοποιούνται όταν επικρατεί υγρασία (π.χ μετά την βροχή, κατά την διάρκεια της νύχτας) ενώ όταν οι συνθήκες είναι υπερβολικά ξηρές υποχωρούν στο εσωτερικό του κελύφους και σφραγίζουν την είσοδο με ένα είδος προσωρινού καλύμματος από αποξηραμένη βλέννα, το επίφραγμα. Σε αυτή την κατάσταση τα σαλιγκάρια βρίσκονται σε ένα είδος «νάρκης» και μπορούν να επιβιώσουν χωρίς νερό για μήνες.

Κάθε σαλιγκάρι ψάχνει για μαλακό έδαφος για να σκάψει και να αφήσει τα αβγά του, τα οποία εναποθέτει σε μικρούς λάκκους 2,5-4 εκ. Γεννά περίπου 85 αβγά και τα μικρά σαλιγκαράκια γεννιούνται μετά από 2-4 εβδομάδες. Συνήθως τα σαλιγκάρια γεννούν όταν έχει υγρασία και η πιο γόνιμη περίοδος τους είναι από Φεβρουάριο έως Οκτώβριο. Τα σαλιγκάρια επιβιώνουν σε ασβεστώδη και όχι αργιλώδη εδάφη, η παρουσία ασβεστίου είναι απαραίτητη για τη δημιουργία του κελύφους τους. Τέλος, τα σαλιγκάρια είναι ερμαφρόδιτα. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σαλιγκάρι διαθέτει τόσο αρσενικά όσο και θηλυκά όργανα αναπαραγωγής. Για να γονιμοποιηθεί πρέπει να ζευγαρώσει με άλλο σαλιγκάρι και να φέρουν σε επαφή τα αντίθετα γεννητικά τους όργανα.

Κτηνοτροφία

Κτηνοτροφία ονομάζεται ο κλάδος της οικονομίας που αφορά την εκτροφή και εκμετάλλευση παραγωγικών ζώων. Η κτηνοτροφία είναι μία από τις πιο παλιές δραστηριότητες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, στην προσπάθειά του να εξασφαλίσει την απαραίτητη ποσότητα τροφής, ανακάλυψε ότι ήταν δυνατό μερικά ζώα να μην τα σκοτώνει, αλλά να τα πιάνει ζωντανά, ιδιαίτερα την εποχή που ήταν πολλά, και να τα κρατά κάπου περιορισμένα, να τα τρέφει και να τα σκοτώνει όταν είχε ανάγκη. Η κτηνοτροφία είναι γνωστή ως δραστηριότητα του ανθρώπου, από τη νεολιθική εποχή, με κέντρο ανάπτυξης τη Μέση Ανατολή και την ανατολική Μεσόγειο. Η ανάπτυξή της τοποθετείται στην εποχή που άρχισε να αναπτύσσεται και η γεωργία.

Στην Ελλάδα, η κτηνοτροφία αφορά την εκτροφή των προβάτων και των κατσικιών και μπορούμε να πούμε ότι είναι ακόμη πολύ διαδεδομένος. Πλέον η άσκηση της κτηνοτροφίας, απαιτεί διαρκή και άμεση υποστήριξη από επιστήμονες. Βασίζεται τόσο στην αύξηση τον αριθμού των ζώων όσο και στην αύξηση της παραγωγικότητας και της απόδοσης των ζώων. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιούνται κι αξιοποιούνται γνώσεις που παρέχουν: η βιολογία, η γενετική, η κτηνιατρική, η διαιτολογία κι η βρωματολογία, καθώς και πολλές άλλες επιστήμες.

Μελισσοκομία

Η μελισσοκομία ή μελισσοτροφία είναι κλάδος της αγροτικής οικονομίας, που ασχολείται με την εκτροφή των μελιτοφόρων μελισσών, για την παραγωγή μελιού, κεριού μέλισσας και άλλων προϊόντων (βασιλικός πολτός κλπ), καθώς και για την επικονίαση των γεωργικών καλλιεργειών, που αυξάνει τις αποδόσεις τους. Η μεγάλη εξάπλωση της μελισσοκομίας στην Ελλάδα πρέπει να αποδοθεί αφενός μεν στην αφθονία και την ποικιλία των μελισσοτροφικών φυτών, αφετέρου δε στη μεγάλη εθνική μελισσοκομική παράδοση.

Το 65% της συνολικής παραγωγής μελιού στην Ελλάδα είναι πευκόμελο και συλλέγεται από τα πευκοδάση της Εύβοιας σε υψόμετρο που κυμαίνεται από 800μ. – 1300μ. τόσο την Άνοιξη (Απρίλιο – Μάιο) όσο και το Φθινόπωρο (Σεπτέμβριο – Οκτώβριο). Η θρεπτική αξία του ελληνικού πευκόμελου στηρίζεται στο μεγάλο αριθμό διαφορετικών ουσιών που συνυπάρχον στην σύσταση του. Ξεχωριστή θέση έχουν τα ιχνοστοιχεία τα οποία βρίσκονται σε μεγάλες συγκεντρώσεις στα ελληνικά πευκόμελα χαρακτηρίζοντας τα ως μέλι με υψηλή θρεπτική αξία.