Δήμος Χαλκιδέων

Χαλκίδα Θάλασσα

Σαρδέλα

Τα είδη του γένους Sardina, κοινώς γνωστά ως σαρδέλες, είναι απ’ τα πιο διαδεδομένα στο ευρύ κοινό εμπορεύσιμα είδη ψαριών και συναντώνται στις περισσότερες θάλασσες. Η Sardina pilchardus είναι το είδος σαρδέλας που συναντάται στην Ευρώπη, με μεγάλη συμβολή στην διατροφή και το εμπόριο. Είναι είδη παράκτια που ζουν σε κοπάδια, τόσο σε θαλασσινά όσο και γλυκά νερά. Κάποια είδη είναι ανάδρομα, δηλαδή μεταναστεύουν από το θαλάσσιο περιβάλλον στα εσωτερικά ύδατα. Η διατροφή της οικογένειας αυτής περιλαμβάνει κυρίως πλαγκτονικούς οργανισμούς. Το μέγεθος κυμαίνεται από 2cm μέχρι 27cm. Περιλαμβάνει ψάρια μεγάλης εμπορικής σπουδαιότητας, που χρησιμοποιούνται τόσο στην διατροφή, όσο και στην παραγωγή ιχθυελαίου και τροφής για ψάρια.

Η σαρδέλα είναι ένα ψάρι ιδιαίτερα θρεπτικό, πλούσιο σε ωμέγα-3 λιπαρά οξέα, βιταμίνη D και B12 και πρωτεΐνες και έχει πολύ χαμηλά ποσοστά επιμόλυνσης από υδράργυρο. Περιέχει αρκετά μεγάλη ποσότητα χοληστερόλης, η ποιότητα της οποίας όμως την κάνει μη επιβλαβή στην χρόνια κατανάλωση. Τα ωμέγα-3 λιπαρά οξέα έχουν πολλά οφέλη στην καλή υγεία, καθώς προστατεύουν από καρδιαγγειακά νοσήματα, βοηθούν στην καλή λειτουργία του εγκεφάλου, την σωστή ανάπτυξη και συμβάλουν στην μείωση του κινδύνου προσβολής από χρόνιες ασθένειες, όπως αρθρίτιδα και καρκίνος. Είναι αντικείμενο εμπορίας σε διάφορες μορφές, όπως νωπό, κατεψυγμένο, κονσερβοποιημένο, αποξηραμένο, παστό και καπνιστό.

Γαύρος

Ο Γαύρος ή γάβρος είναι ψάρι, γνωστό ήδη από την αρχαιότητα. Είναι η «αφύη» των αρχαίων Ελλήνων. Επίσης είναι γνωστό και με το όνομα αντζούγια ή και χαψί. Η επιστημονική ονομασία του είναι "Εγγραυλίς η εγκρασίχολος" και ανήκει στην οικογένεια εγγραυλίδες. Ζει σε ζεστές περιοχές, κατά κοπάδια και περισσότερο στον αφρό ειδικά την Άνοιξη και το Καλοκαίρι. Το Χειμώνα αντίθετα παραμένει στο βυθό σε βάθος 100-200 μέτρα, εξ ου και η αλιεία τους την περίοδο αυτή είναι περιορισμένη.

Τρέφεται με μικροσκοπικά μαλακόστρακα και το γόνο άλλων ψαριών. Όταν ζεστάνει ο καιρός πλησιάζει τις ακτές για να αφήσει τα αυγά του, που επιπλέουν μαζί με το πλαγκτόν. Στις ελληνικές θάλασσες υπάρχουν άφθονοι που ψαρεύονται από τα τέλη Αυγούστου και μετά, όταν δουλεύουν οι τράτες καθώς και με τα γρι-γρι. Αλιεύονται επίσης και για δόλωμα μεγαλύτερων ψαριών. Στο εμπόριο φέρονται είτε ως νωποί, είτε ως παστωμένοι καλούμενοι αντζούγιες, ή και επεξεργασμένοι ακέφαλοι σε φέτες, σε κατάψυξη, ή σε κονσέρβες.

Αθερίνα

Η αθερίνα είναι μικρό ψάρι μήκους 8 – 15 εκατοστά και μοιάζει πολύ με το μαριδάκι. Λέγεται και «σουβλίτης». Το επίσημο όνομά της είναι "Αθερίνα η εψητός" και ανήκει στην οικογένεια αθερινίδες. Είναι ψάρι του αφρού (αφρόψαρο), ζει και μετακινείται κοπαδιαστά και τροφή του είναι περισσότερο πλαγκτόν.

Κατά τον Μάρτιο πλησιάζει τις ακτές όπου και αποθέτει τ’ αυγά του που μένουν κολλημένα σε πέτρες και σε φύκια. Αθερίνες υπάρχουν άφθονες στα ελληνικά νερά, το κρέας τους είναι πολύ νόστιμο. Παραλλαγή της είναι η κάπως μεγαλύτερη, λεγόμενη "κεφαλάς" μήκους μέχρι 18 εκατοστά με ρύγχος στρογγυλό.

Γόπα

Η γόπα είναι μικρό ψάρι μήκους 20 – 35 εκατοστών και συγγενεύει με τη σάλπα, τον σπάρο και τον σαργό. Οι γόπες ζουν κοπαδιαστά σε βραχώδεις ακτές και σε φυκιάδες, είναι δε άφθονες στις ελληνικές θάλασσες. Το κρέας τους είναι εύγευστο παρά την κάπως βαριά οσμή τους.

Οι γόπες ψαρεύονται με δίχτυα της τράτας και με γρι-γρι καθώς και με τσαπαρί και καθετή. Τον χειμώνα είναι παχιές και νόστιμες. Οι αυγωμένες ψαρεύονται τον Απρίλιο και Μάιο. Η αλιεία της γόπας στις ελληνικές θάλασσες παρακολουθείται από στατιστική άποψη. Συγκεκριμένα το 2001 αλιεύθηκαν 3.674 τόνοι, το 2002 3.793 τόνοι και το 2003 4.025 τόνοι.

Σαφρίδι

Το σαφρίδι είναι ένα ψάρι που αφθονεί στις ελληνικές θάλασσες. Κινείται κατά μεγάλα κοπάδια. Είναι ένα ψάρι με ωραίο χρώμα και νόστιμο κρέας. Η επίσημη ονομασία του είναι τραχούρος ο γνήσιος .Σε πολλές περιοχές το αποκαλούν σαβρίδι, σαμπανιό, σαμπάνι και σουγερέλο.

Υπάρχουν 3 είδη σαφριδιών στην Ελλάδα. Είναι σχεδόν ίδια μεταξύ τους απλά το ένα διαφέρει λίγο στο χρώμα (μαυροσάφριδο). Έτσι λοιπόν ενώ τα άλλα 2 έχουν ένα γκριζογάλανο χρώμα με πράσινες πιτσιλιές που στην ράχη σκουραίνει και στην κοιλιά ανοίγει και γίνεται ασημόλευκο. Το μαυροσάφριδο έχει πολύ πιο σκούρο χρώμα και στην ράχη του υπάρχουν σκούρες κηλίδες. Από τον Μάη και μετά ψαρεύονται από όλους τους ψαράδες. Τους καλοκαιρινούς μήνες κινείται σε πιο ρηχά νερά και στον αφρό για να βρει την τροφή του. Τέλος, το σαφρίδι ψαρεύεται με τσαπαρί, αφροπαράγαδα, καθετή, συρτή και τράτα.

Τσιπούρα

Η τσιπούρα είναι ένα ψάρι της οικογένειας των Σπαρίδων που απαντά στην Μεσόγειο και στις ακτές του βορειοανατολικού Ατλαντικού. Η τσιπούρα μαζί με το λαβράκι από πλευράς διατροφικής αξίας ανήκουν στα πιο πολύτιμα ψάρια της Μεσογείου, καθώς είναι πλούσια στα λιπαρά οξέα ω-3. Είναι ένα από τα κύρια ψάρια για τις ιχθυοκαλλιέργειες και το πιο εκτροφεύσιμο είδος της Μεσογείου.

Συναντάται πάνω από αμμώδεις πυθμένες, βραχώδεις καθώς και πυθμένες με θαλάσσια φανερόγαμα. Μπορεί να ζήσει τόσο στην ανοικτή θάλασσα όσο και στις εκβολές ποταμών και σε λιμνοθάλασσες, καθώς αντέχει σε μεγάλες μεταβολές αλατότητας και θερμοκρασίας του νερού. Είναι κυρίως σαρκοφάγα, ενώ περιστασιακά τρέφεται και από φυτά. Τρέφονται με μαλάκια, συμπεριλαμβανομένων των μυδιών και των στρειδιών. Η τσιπούρα σχηματίζει κοπάδια πολυμελή ή ολιγομελή, ενώ κάποιες φορές, μεγάλα θηλυκά άτομα μπορεί να βρεθούν να κυνηγούν μόνα τους για μια περίοδο.

Λαβράκι

Το λαβράκι είναι ψάρι της οικογένειας των Μορονίδων, που απαντάται στην Μεσόγειο και στις ακτές του βορειοανατολικού Ατλαντικού. Το λαβράκι, όπως και η τσιπούρα, είναι πλούσιο στα λιπαρά οξέα ω-3 και ανήκει στα πιο πολύτιμα ψάρια της Μεσογείου. Το λαβράκι θεωρείται εκλεκτό ψάρι στην ελληνική κουζίνα, ενώ χρησιμοποιείται για διατροφή και από άλλους λαούς. Μπορεί να μαγειρευτεί πολλούς τρόπους, πχ. στη σχάρα, στον ατμό, στο φούρνο κ.ά. Στα ελληνικά η λέξη λαβράκι χρησιμοποιείται από τους δημοσιογράφους για να περιγράφουν νέα αποκλειστικά ρεπορτάζ με μεγάλη αξία, μια αναφορά στην τύχη που χρειάζεται για να πιάσει κάποιος αυτό το ψάρι.

Ζει σε παραλιακά ύδατα, σε βάθος μέχρι 100 μέτρων, και αντέχει σε μεγάλες μεταβολές αλατότητας και θερμοκρασίας του νερού. Είναι κυρίως ψάρι της ανοικτής θάλασσας, αλλά πλησιάζει σε υφάλμυρα και γλυκά νερά, όπως σε λιμνοθάλασσες και εκβολές ποταμών. Θεωρείται ότι έχει καλή όραση και βλέπει καθαρά και στο σκοτάδι, ώρα στην οποία κυνηγάει. Τρέφεται αδηφάγα κυρίως με άλλα ψάρια, ενώ τα μικρότερα ψάρια του είδους περισσότερα με ασπόνδυλα, όπως μαλάκια και γαρίδες.

Θράψαλο

Το θράψαλο είναι γένος θαλάσσιων ζώων και διαθέτει τα γενικά χαρακτηριστικά που έχουν τα κεφαλόποδα (θαλάσσιοι οργανισμοί που ανήκουν στη συνομοταξία των υδρόβιων μαλακίων, αποτελούν το πιο εξελιγμένο είδος τους και ονομάστηκαν έτσι επειδή τα πλοκάμια τους εκφύονται από το κεφάλι τους).

Είναι κοινότατο στις ελληνικές θάλασσες και μοιάζει με το κοινό καλαμάρι από το οποίο, όμως, εύκολα αναγνωρίζεται, επειδή το τριγωνικό του πτερύγιο δεν ξεπερνά το μισό του μήκους σώματός του, ενώ το αντίστοιχο πτερύγιο του κοινού καλαμαριού είναι μεγαλύτερο. Ζει στο ανοιχτό πέλαγος, μακριά από τις ακτές. Το κρέας του τρώγεται, όμως οι ψαράδες πολλές φορές το χρησιμοποιούν για δόλωμα. Φτάνει τα 30-40 εκ. του μέτρου, αλλά σε μερικές θάλασσες ξεπερνά και το 1μ.

Γυαλιστερές

Οι γυαλιστερές, Callista chione, ανήκουν στην οικογένεια των μεγάλων, εύκρατων, θαλάσσιων και δίθυρων μαλακίων. Κατοικούν σε αμμώδεις βυθούς ή σε μικρά βότσαλα στα καθαρά νερά, σε βάθος περίπου 200 μ. Έχει διαπιστωθεί ότι, όπως συμβαίνει με πολλά δίθυρα μαλάκια, τα οποία είναι διηθηματοφάγα, (τρέφονται, δηλαδή, φιλτράροντας σωματίδια τροφής από το νερό), η Callista chione, κοινή στις αγορές ψαριών της Μεσογείου, συγκεντρώνει τις τοξίνες από το νερό που συνδέονται με γεγονότα της ρύπανσης, όπως είναι η κόκκινη παλίρροια, λύματα, παλιά βυθοκόρησης ιζήματα, νερό έρματος των πλοίων ντάμπινγκ, κλπ. Αυτές οι τοξίνες δεν μπορούν να εξαλειφθούν με τον παραδοσιακό καθαρισμό των οστρακοειδών στα καθαρά νερά ή με το μαγείρεμα, και μπορεί να είναι υπεύθυνες για τα σύνθετα προβλήματα υγείας του ανθρώπου.

Πέρα από τη χρησιμότητα τους ως προς την ανθρώπινη υγεία, οι γυαλιστερές χαρακτηρίζονται και για την ποιότητά τους που οφείλεται στο φυτοπλαγκτόν που διαθέτει ο βυθός του Ευβοϊκού, αλλά και στην αλλαγή των ρευµάτων ανά τακτά διαστήµατα.

Ιχθυοτροφείο

Με το όνομα ιχθυοτροφείο, κοινώς διβάρι, ή βιβάρι, ή γιβάρι, φέρεται οποιαδήποτε εγκατάσταση στην οποία επιχειρείται ιχθυοκαλλιέργεια. Είναι υδάτινη περιοχή, κλειστή και περιορισμένη, κατάλληλη για συστηματική εκτροφή ιχθύων, με σκοπό την εμπορική ή βιομηχανική τους εκμετάλλευση. Τα ιχθυοτροφεία κατασκευάζονται με ανάλογη διαμόρφωση του χώρου στις εκβολές ποταμών ή σε λιμνοθάλασσες με υφάλμυρα νερά.

Στην πραγματικότητα είναι ιχθυοπαγίδες. Με καλαμωτές ή συρματοπλέγματα τα ψάρια εισχωρούν στο χώρο τους, αλλά είναι δύσκολο να βρουν την έξοδο. Εκεί κλεισμένα, τρέφονται για να αλιευθούν στον κατάλληλο χρόνο. Συνηθέστερα είδη ψαριών ελληνικών ιχθυοτροφείων είναι τσιπούρες, λαβράκια, κέφαλοι, χέλια, πέστροφες, κυπρίνοι, γλώσσες κ.ά. Ειδικότερα στα δημοτικά μας διαμερίσματα εκτρέφονται η τσιπούρα και το λαβράκι. Στην Ελλάδα κατά κανόνα οι εγκαταστάσεις αυτές ανήκουν στο Δημόσιο που εκμισθώνονται (νοικιάζονται) σε ιδιώτες επιχειρηματίες, (πλειοδότες), μετά από δημοπρασίες.